| Οικογενειά-Κεφάλαιο απο το βιβλίο του Τάσου Φουσέκη Οι Οχτώ Κύκλοι |
| Συντάχθηκε απο τον/την ΓΠ | |||||
| Τετάρτη, 02 Δεκέμβριος 2009 19:12 | |||||
JPAGE_CURRENT_OF_TOTAL
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ Είμαι ο πρω-τελευταίος, στην ηλικία, γιος του μπάρμπα-Δημήτρη και της Τασούλας και ο μόνος που βρίσκεται στη ζωή, την ώρα αυτή. Ο πατέρας μου, από τη δεύτερη γυναίκα του την Τασούλα, απέκτησε έξι παιδιά, χώρια εκείνα τα τρία, που δεν πρόφθασαν να μεγαλώσουν και έφυγαν, είτε στην επιδημία της γρίπης είτε από άλλες ασθένειες, ελονοσία κλπ. Η σειρά που γεννηθήκαμε είναι: Η Κούλα, ο Λουδοβίκος, ο Χρήστος, ο Κώστας, εγώ ο Τάσος και ο Τάκης ο Βενιαμίν της οικογένειας.
Ο πατέρας, πριν από το γάμο του με τη μητέρα μας, είχε παντρευτεί με την Μάρθα, την πρώτη του γυναίκα, κι είχε αποκτήσει τρία αγόρια, τον Γιώργη, τον Βασίλη και τον Γιάννη. Η Μάρθα έφυγε νωρίς και ο πατέρας ήταν αρκετά νέος και ενεργός, για να παραμείνει χήρος. Οταν εγώ γεννήθηκα και κατάλαβα τον κόσμο, τα ετεροθαλή αδέρφια μου είχαν ήδη φύγει από το σπίτι, είχαν παντρευτεί και αποκτήσει οικογένειες. Ο πατέρας ήταν ένας καλοκάγαθος και θρησκευόμενος άνθρωπος και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στο χωριό. Κάθε φορά που οι συγχωριανοί είχανε πρόβλημα, ο πατέρας ήταν πάντα έτοιμος και πρόθυμος να τους βοηθήσει. Οταν είχανε διαφορές για τα σύνορα των χωραφιών τους, έτοιμος ο μπάρμπα-Δημήτρης με την κορδέλλα, να μετρήσει και να χαράξει τα σωστά σύνορα. Στην εκκλησιά, κάθε Κυριακή και γιορτή, ήταν στη θέση του, στο δεξιό ψαλτήρι. Θυμάμαι πως από εκεί μπορούσε να εποπτεύει καλύτερα εμάς τα παιδιά, που καθόμασταν απέναντι και να μας κάνει σήμα και να στεκόμαστε με τα χέρια σταυρωμένα.
Εκεί στο δεξιό ψαλτήρι, κάπως αργότερα, έκανε κουμάντο, ως δεξιός ψάλτης, ο Παναγιώτης Μυλωνάς, με το συνάδελφό του απέναντι, στο αριστερό ψαλτήρι, τον Θόδωρο Καλογερόπουλο. Μερικοί παρομοίαζαν το ψάλσιμο του Θόδωρου με το βούϊσμα της μέλισσας. Από το άλλο μέρος ο Παναγιώτης είχε τη συνήθεια, όταν έψελνε, να χτυπάει το πόδι του με δύναμη στο ξύλινο πάτωμα του ψαλτηριού, δίνοντας το …ίσο στη βυζαντινή μελωδία. Ανεβαίνοντας το δρόμο προς την Αγία Τριάδα, μπροστά από τα καφενεία, πρώτα άκουγες τα γκούπ-γκούπ στο πάτωμα και μετά την ψαλμωδία του Παναγιώτη. Κάθε χρόνο, περνούσε από το χωριό ένας ιεροκήρυκας, για να εισπράξει τις συνδρομές του περιοδικού «Ζωή», αλλά και για να γράψει νέους συνδρομητές. Βέβαια, το χωριό δεν διέθετε ξενοδοχείο για να μείνει ο ξένος και ο πατέρας τον έφερνε στο σπίτι. Η μητέρα τού έστρωνε το κρεβάτι στη σάλα του σπιτιού, με καθαρά σεντόνια, για να κοιμηθεί. Στο βραδυνό φαγητό, στη μακριά τραπεζαρία με τον φιλοξενούμενο, εκτός από την ολομέλεια της οικογένειας, είχαμε και καμιά γειτόνισσα για να τιμήσει την παρουσία του ξένου. Εκείνη που δεν έλειπε ποτέ από το τραπέζι, όχι μόνον τις βραδιές που είχαμε επισκέπτη, αλλά και σχεδόν όλα τα βράδια, ήταν η θειά-Γιαννούλα, η ξαδέρφη της μητέρας από τον Πυργάκι. Με τον ιεροκήρυκα στο σπίτι, αν μη τι άλλο, εμείς στην οικογένειά μας είχαμε και δωρεάν κήρυγμα. Ένα από κείνα τα απογεύματα που είχαμε τον ιεροκήρυκα, φτάνει κλαίγοντας στο σπίτι ο αδελφός μου ο Κώστας. «Τι έχεις γιέ μου» τον ρωτάει η μάνα μας. Εκείνος πνιγμένος στ’ αναφιλητά προσπαθούσε να της εξηγήσει τι είχε συμβεί. Ενώ ο πατέρας με τον ιεροκήρυκα είχαν βγεί περίπατο προς την Αγία Τριάδα, τους πλησιάζει ο Κώστας και λέει στον ιεροκήρυκα: «Μπάρμπα, δώσ’ μου ένα δίφραγκο». Τότε ο ιεροκήρυκας του αστράφτει ένα χαστούκι, που ο Κώστας είδε τον ουρανό σφοντύλι κι έφυγε τρέχοντας. Δε γνωρίζω την αντίδραση του πατέρα μου, πιστεύω ότι δεν θα του άρεσε, αλλά υποθέτω ότι ο ιεροκήρυκας θα του εξήγησε τον... παιδαγωγικό σκοπό της ενέργειάς του. Όταν κάποτε διηγήθηκα το παραπάνω περιστατικό στον φίλο μου τον Τάκη, εκείνος μου ανάφερε μια παρόμοια δική του προσωπική ιστορία που του συνέβη την εποχή που φοιτούσε σε μια από τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου της Πύλου. Εκείνη την εποχή, δηλαδή σε ηλικία γύρω στα δεκατέσσερα, αν ρωτούσες τον Τάκη τι θα ήθελε να γίνει στη ζωή του, η απάντηση θα ήταν: Θεολόγος. Φαίνεται, μετέφερε από το σπίτι του τις αντιλήψεις των γονιών του, αλλά και ο ίδιος είχε την τάση να ψηλαφίζει νοερά κάθε τι που είχε σχέση με τη μεταφυσική και να προσπαθεί να δώσει νόημα στη ζωή του. Η θρησκεία φαίνεται πως ήταν γι’ αυτόν ένα αποκούμπι στις ανησυχίες του και η εμπιστοσύνη στον θεολόγο του Γυμνασίου του ήταν ανεπιφύλακτη. Ο τότε θεολόγος, που τους δίδασκε τα θρησκευτικά, ήταν το πρόσωπο που σεβόταν περισσότερο απ’ όλους. Εκείνος λοιπόν, του είχε συστήσει να μην παραλείπει να εξομολογείται ταχτικά, και ιδίως στις περιπτώσεις που διέπραττε κάποια κακή πράξη ή υπέπεπτε, έστω και νοερά, σε ανάρμοστες επιθυμίες. Όσον καιρό φοιτούσε στο Γυμνάσιο της Πύλου, ο Τάκης έμενε οικότροφος σε μια οικογένεια η οποία είχε και την, σχεδόν συνομήλική του, μοναχοκόρη της, τη Φωφώ. Ήταν φυσικό ο νεαρός Τάκης να μη μείνει ανεπηρέαστος από την παρουσία στο σπίτι μιας πραγματικά ωραίας ξανθιάς κοπέλας, όπως ήταν η Φωφώ. Ήταν επόμενο, στον ύπνο και στον ξύπνο του, να ονειρεύεται σχέσεις και να αισθάνεται επιθυμίες που γεννιόντουσαν στην νεαρή του ηλικία. Σαν πιστός στις αρχές του, προέβη στην αποδοχή, για πρώτη φορά, της προτροπής, που κατ’ επανάληψη του είχε συστήσει ο θεολόγος του σχολείου. Να εξομολογηθεί. Έτσι λοιπόν, ο Τάκης πήγε μια μέρα στον ιερέα της ενορίας και ζήτησε να εξομολογηθεί. Δεν παρέλειψε να πει τίποτα από εκείνα που σκέφθηκε και ονειρεύτηκε σε σχέση με τη Φωφώ. Ο παπάς, αφού τον άκουσε προσεκτικά, του είπε: «Τέκνον μου το αμάρτημά σου είναι πολύ βαρύ και θα πρέπει να κάνεις σαράντα μετάνοιες κάθε ημέρα, για μια περίοδο ενός μηνός και μετά να ξανάρθεις να εξομολογηθείς». Ο Τάκης συνεχίζοντας, παραδέχθηκε ότι δεν του άρεσε καθόλου η ποινή του ιερέα. Παρ’ όλα αυτά, άρχισε να κάνει τις μετάνοιες, όπως τις είχε ορίσει ο ιερέας. Την πρώτη ημέρα έκανε σαράντα μετάνοιες, τη δεύτερη το ίδιο, την τρίτη ημέρα έκαμε μία μετάνοια λιγότερη καθώς και την επομένη. Στη συνέχεια άρχισε να καταβαίνει κάθε ημέρα από μία μετάνοια λιγότερη, ως ότου έφτασε τις τριάντα. Μετά, σταμάτησε. Ο παπάς δεν τον ξαναείδε. Από τα πιο πάνω λεχθέντα, καταλάβαμε τη μεταστροφή του Τάκη που από θεολόγος, κατέληξε να γίνει έμπορος. Ένα χαρακτηριστικό γεγονός, κάτι που θα μου μείνει αξέχαστο είναι οι διηγήσεις και ορμήνιες του πατέρα, που συνεχίζονταν σχεδόν κάθε βράδυ μετά το φαγητό στην μεγάλη τραπεζαρία. Η θειά-Γιαννούλα ήταν πάντοτε παρούσα. Πριν προφτάσουμε να βάλουμε στο στόμα την τελευταία μπουκιά, ο πατέρας άρχιζε. Οι τελείες που έβαζε στις διηγήσεις του ήταν τόσο σύντομες, που εμείς τα παιδιά, που βιαζόμαστε να βγούμε στον δρόμο και να βρούμε την παρέα μας, δεν προφθαίναμε να σηκωθούμε από το τραπέζι. Ο πατέρας συνέχιζε τις διηγήσεις του και το αποκορύφωμα ήταν όταν τον κυρίευε η συγκίνηση, η οποία για μας τα παιδιά ήταν τελείως ακατανόητη. Πολλές φορές, βουρκωμένος και με λυγμούς, αργά και με διακοπές, έδινε τέλος στην διήγηση, αφού του ήταν αδύνατο να συνεχίσει. Ήταν εκείνη η στιγμή που μπορούσαμε να φύγουμε με τη μεγαλύτερη δυνατή διακριτικότητα. Τι άλλο να σας πω, τώρα που δεν υπάρχει πια ο πατέρας μου, καταλαβαίνω ότι αυτή η συγκίνηση συνεχίζεται και από το γιο του σε πολλές περιπτώσεις, με τον ίδιο απαράλλαχτο τρόπο. Ας όψεται το DNA. Ο πατέρας ήταν πολυάσχολος. Το πώς τα κατάφερνε να ασχολείται με το προεδριλίκι στον Αγροτικό Συνεταιρισμό, με το εμπόριο κρασιού και λαδιού, με τις δουλειές στα χτήματα, ήταν ένας άθλος. Βέβαια, δεν τον θυμάμαι να κάνει καθαρά αγροτικές δουλειές. Τον θυμάμαι όμως, να ξυπνάει από τα χαράματα και να έρχεται στην τραπεζαρία, όπου εμείς οι μικροί κοιμόμασταν στρωματσάδα, και να γράφει την αλληλογραφία του με τον κονδυλοφόρο, βουτώντας τον κάθε τόσο στο μελανοδοχείο. Είχε δε και μία χειροκίνητη πρέσα, με την οποία έφτιαχνε αντίγραφα της αλληλογραφίας σε τσιγαρόχαρτο. Τι κρίμα, που αυτά τα αντίγραφα πολύ αργότερα, κατά τη διάρκεια της γερμανο-ιταλικής κατοχής, τα χρησιμοποιήσαμε για να στρίβουμε ... τσιγάρα. Θα είχανε πολύ ενδιαφέρον, να διαβάζαμε την εμπορική του ιστορία. Φαίνεται πως παρακολουθούσε και τις εξελίξεις στον έξω κόσμο. Θυμάμαι την ιδέα του να σπείρει με σόγια ένα κτήμα που είχαμε στα Μουρίκια. Είχε ακούσει πολλά για τη θρεπτική της αξία. Δυστυχώς το φυτό αυτό δεν ευδοκίμησε εκεί που το σπείραμε κι έτσι δεν ζήσαμε επαναστατικές εξελίξεις στην αγροτική παραγωγή. Από το άλλο μέρος όμως, το σπίτι μας το στολίσαμε μ’ ένα σωρό βραβεία και επαίνους για τα κρασιά, που ο πατέρας έστελνε στις διάφορες εκθέσεις. Δεν θυμάμαι να φοβήθηκα ποτέ τον πατέρα μου, διότι το μόνο μέσο που χρησιμοποιούσε στην επικοινωνία μαζί μας, ήταν η ορμήνια. Ακόμη, όταν παραβίασα κάποτε τον κουμπαρά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, του οποίου εκείνος κρατούσε τα κλειδιά, δεν με μάλωσε. Θά’λεγα, μάλλον πως με θαύμασε για το πώς τα κατάφερα, και δεν τον εξόργισε η πράξη μου, δεδομένων των τόσο αυστηρών αρχών τις οποίες ακολουθούσε για την ανατροφή των παιδιών του. Αυτή του την αντίδραση, ή μάλλον την μη αντίδραση, δεν μπόρεσα ποτέ να την καταλάβω. Πρέπει σε κάποιον να την είχε εκμυστηρευτεί, αλλά πού είναι αυτός ο κάποιος, όλοι τους έχουν φύγει. Η απώλειά τους, έχει κάμει αυτό το κείμενο πιο φτωχό. Πόσα πράγματα δεν θα είχα να προσθέσω στο αφήγημά μου. Ιστορίες που έχω ξεχάσει, ή ιστορίες που δεν έμαθα ποτέ. Πώς βλέπανε τ’ αδέρφια μου τις προσπάθειές μου, τα στραβά μου και τα ίσια μου. Βλέπεις κι εγώ δεν σκέφτηκα ποτέ να γράψω την ιστορία μου νωρίτερα, όσο ζούσαν κι εκείνοι. Αλλά, όσο ήμουνα εργαζόμενος, πού καιρός για τέτοιες πολυτέλειες. Έτσι λοιπόν, όλοι τους έφυγαν και το μόνο που μπορώ να αναφέρω τώρα, είναι η χρονολογία του θανάτου τους: Ο πατέρας το 1940 Η μητέρα το 1977 Ο Χρήστος το 1978 Ο Λουδοβίκος το 1984 Ο Τάκης το 1985 Ο Κώστας το 1987 Η Κούλα το 2003 Εγώ γεννήθηκα το 1923 και κατά δήλωση της μητέρας μου, στη γιορτή του Αγίου Χαραλάμπους, δηλαδή στις 10 Φεβρουαρίου. Μάλιστα, η μητέρα μου έλεγε πως σκόπευαν να με ονομάσουν Μπάμπη, λόγω της γιορτής εκείνης της ημέρας. Τώρα γιατί με ονόμασαν «Αναστάση», κατά προσφώνηση της νονάς μου, που ήταν αδερφή της μητέρας μου και γιατί στην Κοινότητα μ’έγραψαν ότι γεννήθηκα την 25η Ιανουαρίου, δεν το γνωρίζω. Εάν θεωρήσουμε ότι η ζωή του ανθρώπου αρχίζει από την ημέρα της κύησής του, τότε εκείνη η μέρα είναι μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου του προηγούμενο χρόνου, δηλαδή του 1922. Και ποιος δεν θυμάται αυτή την χρονολογία, που ολοκληρώθηκε η καταστροφή στη Μικρά Ασία και γέμισε η Ελλάδα με πρόσφυγες, τους ξεριζωμένους Έλληνες. Πολύ με απασχόλησε το θέμα. Πού βρήκαν το κουράγιο ο μπάρμπα- Δημήτρης και η Τασούλα να με σκαρώσουν, σε κείνη τη μαύρη εποχή. Και να μη ξεχνάμε, ότι τα μεγάλα μου αδέρφια Γιώργης, Βασίλης και Γιάννης, ήταν κι οι τρείς.στρατευμένοι στην Μικρά Ασία. Τις τοποθεσίες Σαγγάριο, Καρά-Χισάρ, Εσκί-Σεχίρ κλπ, τις άκουσα για πρώτη φορά, στις διηγήσεις του Γιάννη. Για να μπορέσω να μάθω λεεπτομέρειες εκείνης της εποχής αγόρασα το βιβλίο «Το Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας», του Χρήστου Αγγελομάτη, που έχει βραβευθεί από την Ακαδημία Αθηνών». Ήθελα να μάθω λεπτομέρειες εκείνης της περιόδου. Το αγόρασα το βιβλίο και τι να δω. Ενώ εγώ ήθελα να δω τι ακριβώς γινόταν το πρώτο δεκαήμερο του Μαίου του 1922, συνταράχτηκα τόσο από τα γεγονότα, που το αποτέλεσμα υπήρξε μια έντονη γεύση από τις αρετές αλλά και τις τόσες αδυναμίες και τα ελαττώματα της φυλής μας. Έτσι λοιπόν, έμεινα με τη μόνη διαπίστωση ότι ο έρωτας, αυτή η έντονη έλξη, στην οποία όλοι χρωστάμε την υπαρξή μας, είναι τόσο ισχυρή που μπορεί να λειτουργεί και κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Αλλά ας συνεχίσουμε με την οικογένεια. Τη μόνη φορά που θυμάμαι τον πατέρα να καταφεύγει στο ξύλο ήταν στον μικρότερο αδελφό μου, τον Τάκη. Μα τι είδους ξύλο ήταν αυτό. Κατ΄αρχήν δεν χτύπαγε στο πρόσωπο ή στο κεφάλι, αλλά στο σώμα, έξω από το σακκάκι, εκεί που περισσότερο πονάει εκείνος που δέρνει, παρά εκείνος που δέρνεται. Κάθε χτύπος συνοδευόταν και από ένα βογγητό, με το οποίο ο πατέρας ήθελε μάλλον να αυξήσει την εντύπωση της σκληρότητας της τιμωρίας. Εγώ όμως καταλάβαινα ότι περιείχε και τον πόνο που νοιώθει ο γονιός, όταν αναγκάζεται να δείρει το παιδί του, με σκοπό τη νουθεσία του. Τη μητέρα, τη θυμάμαι πάντα σε σχέση με το μαγείρεμα και τη σκάφη. Είχε βλέπεις τόσα άτομα να θρέψει και να πλύνει. Η καθημερινή της απασχόληση ήταν πλήρης από τις δουλειές του σπιτιού και καμιά φορά, όταν εμείς οι μικροί σκορπίζαμε, είχε να φροντίζει τη βοσκή τη γίδας και της προβατίνας από τις οποίες είχαμε το καθημερινό γάλα και το πασχαλινό αρνί. Τρέφαμε επίσης κι ένα γουρούνι κάθε χρόνο, που μας έδινε το γουρνοσύκωτο την αποκριά και τις τσιγαρίδες το χειμώνα. Όμως, την θυμάμαι και κάθε Κυριακή ντυμένη με τα καλά της και τον περιποιημένο κότσο της, να πηγαίνει στην εκκλησιά. Η μητέρα ήταν τελείως αγράμματη. Βλέπεις, κι αυτή προερχόταν από πολυμελή οικογένεια του διπλανού χωριού, που είχε στείλει τα περισσότερα παιδιά της, στην Αμερική για να προκόψουν. Ίσως, στην εποχή της, να μην υπήρχε καν δάσκαλος στο Πυργάκι. Επίσης, η ανέχεια και η υπάρχουσα τότε νοοτροπία, για τη μόρφωση των γυναικών στα χωριά, συνετέλεσε ώστε να μεγαλώνουν τα κορίτσια και πολλά απ’ αυτά να μπορούν να υπογράφουν μόνο βάζοντας σταυρό. Η μητέρα παντρεύτηκε τον πατέρα αρκετά μικρή και γι’ αυτό μπόρεσε ν’ αντέξει τις τόσο αυξημένες υποχρεώσεις της. Νομίζω πως σ’ αυτό τη βοήθησε πολύ και η θεια-Γιαννούλα, η ξαδέρφη και γειτόνισσά της από τον Πυργάκι, με την ηθική της συμπαράσταση.
|





