Σύνδεση Μέλους

Εγγραφή στο Newsletter

Συμπληρώστε το όνομα και το email σας στην παρακάτω φόρμα, και θα λαμβάνετε αυτόματα τις ειδήσεις που δημοσιεύνται στην σελίδα.







Συνδεδεμένοι Επισκέπτες

Έχουμε 3 επισκέπτες συνδεδεμένους

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση

Shout Box

Τελευταίο Μήνυμα: 1 Μήνας, 3 weeks νωρίτερα
  • bouldoumis : giorgo ekana egrafi kai go..
  • BM : Ωραία η συγκέντρωση, αρκετός κόσμος, αλλά μπορούσαμε να ήμασταν περισσότεροι.
  • gpetro : Πρέπει να είσαι συνδεδεμένος για να γράψεις εδώ.
  • gpetro : test
  • [mistyhornb] : overwhelming model «link»
  • [blissedesr] : amount 1950 greenhouse benefits «link»
  • [leighheron] : forcings near gun «link»
  • [gennyraffe] : possible adjust rays working «link»
  • [gilpinkrou] : agreement kyoto volcanic «link»
  • [maerewinep] : trends announced «link»

Οι επισκέπτες φαίνονται μεταξύ [].

JoomlaWatch Stats 1.2.9 by Matej Koval
Δημοτικό Σχολείο Αμπελοφύτου-Τάσος Φουσέκης
Συντάχθηκε απο τον/την ΓΠ   
Σάββατο, 07 Νοέμβριος 2009 10:39

Τι κείμενο και η φωτογραφία είναι από το Τάσο Φουσέκη 

TO ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΜΠΕΛΟΦΥΤΟΥ-ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1929-1930

 

Στο χωριό μου, το Αμπελόφυτο Τριφυλίας, υπήρχε ένα εξατάξιο Δημοτικό Σχολείο με μία μόνον δασκάλα, την κυρία Ουρανία. Μετά από χρόνια, όταν εγώ τελείωνα το Δημοτικό, το  σχολείο απέκτησε και δεύτερο δάσκαλο, τον κύριο Παναγιωτόπουλο. Δεν θυμάμαι ποιός με συνόδευσε να με εγγράψει στο σχολείο. Πάντως εγώ δεν ήθελα με κανένα τρόπο. Η εγγραφή όμως έγινε και μετά από λίγες μέρες, άρχισαν τα μαθήματα.

Μιλάμε για το σχολικό έτος 1929-1930. Το σχολείο βρισκόταν απέναντι από το καφενείο του Κολοζώνη στον πρώτο όροφο, αφού δεν υπήρχε και δεύτερος. Στο ισόγειο του σπιτιού, απέναντι από το καφενείο, ήταν το ψιλομπακάλικο του Τάσου Ξιάρχου που ήταν και ο ιδιοκτήτης όλου του κτηρίου, περιλαμβανομένου και του σχολείου. Επίσης υπήρχε και το κουρείο του Θόδωρου και Νιόνιου Κυριακόπουλου. Η είσοδος του σχολείου ήταν από τον από πάνω δρόμο, απέναντι από το σπίτι του Θωμά Αλεξόπουλου.

 

Δημοτικό Σχολείο Αμπελοφύτου – Σχολικό έτος 1929 - 1930

 

Στο μέσον: Η κυρία Ουρανία

Επάνω από αριστερά: Έκτος ο Θανάσης

Δεύτερη σειρά από πάνω αροστερά: Έκτος ο Τακαρέλος

                                Έβδομος ο Νίκος Κ.

      Όγδοος ο Ανδρέας Α.

     Ένατος ο Γιάννης Α.

Πρώτη σειρά από κάτω δεξιά:        Πρώτος ο Κολέγας, (κομμένος)

  Δεύτερος ο Γόνης

                                                         Τρίτος ο Τάσος

 


Από κάτω

1η σειρά: Βασίλω Ξιάρχου του Γεωργίου , Πετρόπουλος Γεώργιος(Τσοράκος), Αδρακτάς Γεώργιος ( Πασχάλης), Αδρακτά Τασία του Ζαχαρόπουλου, Χριστόπουλος Πολυχρόνης, Αλεξανδροπούλου Αντιγόνη, Μυλωνά Σταθία, Φουσέκης Τάσος, Λαμπρόπουλος Λεωνίδας από Τραγάνα, Αδρακτάς Νικ. (Κολλέγας).

2η σειρά: Αρβανίτη Τασία ή Κλέφτη, Τζούμη Σπυριδούλα, Χριστοπούλου Ελένη ή Δήμητρα, Κυριακοπούλου Κατίνα, Γιαννακοπούλου Γαρυφαλιά, Καλκαβούρα Ουρανία (Δασκάλα), Μοσχοβίτη Κούλα, Αρβανίτη Πόπη, Σταυριανοπούλου Ευγενία, Αρβανίτη-Πετροπούλου Πόπη, Κονδυλοπούλου Νίτσα, Παρνασσά-Αλεξοπούλου Αργυρώ, Κυριακοπούλου Νίτσα.

3η σειρά: Αλεξοπούλου Τούλα, Αρβανίτης Δημ.(Σκαλούμπακας), Μυλωνάς Δημ. (Τσαπαδάς), Αλεξανδρόπουλος Βασίλης (Μπάκος), Αδρακτάς Τάκης (Τακαρέλος), Αλεξανδρόπουλος Ανδρέας, Αδρακτάς Ιωάννης (Καροτσούλας), Μυλωνά Ελένη (Μπελολένη), Μιχαλοπούλου Φωτούλα (Γαλέττα).

4η σειρά: Δεληγιάννη Τασία (Χανέτα), Χριστοπούλου Ελένη, Αρβανίτη Στυλιανή, Ναπολέων Σταυριανόπουλος, Αδρακτάς Ιωάν. (Κεφάλας), Αλεξανδρόπουλος Αθαν., Νίτσα Αδρακτά του Πασάνα, Κονδυλοπούλου Διονυσία, Μυλωνάς Πάνος (Λύκος), Φουσέκης Γεώργιος.

Μπαίνοντας στο σχολείο, βρισκόσουν στη μεγάλη αίθουσα για τις μικρές τάξεις. Δεξιά βρισκόταν η πόρτα της μικρής αίθουσας για τους μαθητές των μεγάλων τάξεων. Στο βάθος της μεγάλης αίθουσας, στον τοίχο, υπήρχε εγκατεστημένο και ένα τηλέφωνο της εποχής εκείνης και η μόνη χειρίστριά του ήταν η δασκάλα, για να επικοινωνεί με το τηλεφωνείο της Χώρας. Επειδή στο χωριό δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, εκείνο

το πρωτόγονο τηλέφωνο λειτουργούσε με μπαταρία. Αλλά τι μπαταρία ήταν αυτή. Έμοιαζε με βελτιωμένη μορφή της «μπαταρίας της Βαγδάτης». Κατά τον Γερμανό αρχαιολόγο Wilhelm Koning, η μπαταρία που ανακάλυψαν στις ανασκαφές της Μεσοποταμίας, κατά το 1938, αποτελείτο από ένα κεραμεικό βάζο με διάλυμα από κρασί ή ξύδι, για ηλεκτρολύτη και με βαπτισμένα σ’ αυτόν ένα χάλκινο κύλινδρο με μια μικρή σιδερένια ράβδο, που αποτελούσαν τα ηλεκτρόδια. Ωστόσο, όποια κι αν ήταν η βελτίωση της μπαταρίας, την εποχή που μιλάμε, φαίνεται ότι προτιμήθηκε από την ανάγκη απαλλαγής της αντικατάστασης της μπαταρίας κάθε λίγο και λιγάκι.

Κάθε πρωί κάποιος από την οικογένεια με συνόδευε από το σπίτι στο σχολείο, με το ζόρι. Δεν θυμάμαι κανένα περιστατικό που να μπορεί να μου εξηγήσει γιατί δεν ήθελα το σχολείο, εκτός από την κραυγή που έβγαζα κάθε φορά που με τραβολογούσαν. «Αφού δεν ξέρω!», φώναζα. «Παιδάκι μου, κανείς δεν ξέρει, γι’ αυτό πάνε στο σχολείο, για να μάθουν», μου εξηγούσε ο πατέρας. Πάντως ντρεπόμουνα γιατί ...δεν ήξερα και αφού δεν ήξερα θα με τιμωρούσαν. Ντροπή λοιπόν και φόβος για τις συνέπειες. Η δασκάλα έκανε βέβαια το παν για να μου ξεριζώσει αυτόν το φόβο, αλλά τίποτα. Τρία χρόνια συνεχίστηκε αυτή μου η αρνητική στάση για το σχολείο και η δασκάλα, χάρις βέβαια στο σεβασμό και την εκτίμηση που ένοιωθε για τον πατέρα μου, με προβίβαζε χωρίς να το αξίζω. Ήταν μόνον αυτό, ή ήλπιζε πως κάποτε ...θα ξύπναγα;

Δηλαδή ευτυχώς που υπήρχε η ...Αγία κυρία Ουρανία, αλλοιώς θα έμενα στην ίδια τάξη για τρία συνεχή χρόνια. Για μια παρόμοια περίπτωση διηγούνταν στο χωριό, για έναν μαθητή που είχε μείνει στην ίδια τάξη για τρία χρόνια και συνέχιζε τη φοίτησή του ...απτόητος. Όταν, κατά τον Σεπτέμβρη, που ανοίγουν τα σχολεία, τον ρώτησε ο μπάρμπα-Γιάννης ο Συκάκος. «Τι γίνεται ρε Χρήστο, θα πας και φέτος στο σχολείο;» η απάντηση ήρθε χωρίς δισταγμό: «Τι λες μπάρμπα-Γιάννη, να χάσω τη χρονιά μου;»

Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου η στάση μου χειροτέρευε. Στο σπίτι δεν μπορούσαν κάθε πρωϊ να με κουβαλάνε με το ζόρι και η δασκάλα έστελνε ένα μαθητή της έκτης, να με φέρνει στο σχολείο. Ήταν ο Θανάσης Αλεξανδρόπουλος, ένα χειροδύναμο και ψηλό παιδί,  που τον φοβόμουνα. Με άρπαζε, μ’ έβαζε στον ώμο και δρόμο για το σχολείο. Είχε γίνει θέμα για όλες τις τάξεις του σχολείου, ο ερχομός του Θανάση με τον Τάσο στον ώμο, για ν’ αρχίσει η καζούρα και στη συνέχεια, το μάθημα. Ηταν η πιο οδυνηρή στιγμή για μένα εκείνη η καζούρα. Περιττόν να πω ότι εγώ πια δεν άκουγα, δεν καταλάβαινα τίποτα. Το μόνο που καταλάβαινα ήταν τα διαλείμματα και το κουδούνι της απόλυσης.

Στη συνέχεια προσπάθησα να αντιδράσω με το να κρύβομαι, κάθε πρωί από το Θανάση. Σαν σίγουρο μέρος βρήκα κάτω από το τραπέζι της κουζίνας όπου υπήρχαν οι στάμνες με τις τσιγαρίδες, το λάδι, οι ελιές και άλλα χρειαζούμενα της μητέρας. Εκείνο το πρωί, ο Θανάσης δεν με βρήκε. Άρχισε να ψάχνει δεξιά κι αριστερά, μέχρι που πήρε σβάρνα και τη γειτονιά. Μετά από λίγο ξαναγύρισε. «Δεν μπορεί, εδώ κάπου πρέπει νά’ναι» είπε. Σηκώνει τις λινάτσες από τα πλαϊνά του τραπεζιού και με ανακαλύπτει ανάμεσα στις στάμνες. Με φορτώνεται στον ώμο και σαν έπαθλο με κουβαλάει στο σχολείο. Κατά παράδοξο τρόπο, αυτό συνεχιζότανε σχεδόν κάθε μέρα. Δεν μούκοβε και μένα να ψάξω και ν΄ άλλάξω κρυψώνα. Έτσι, για τον Θανάση έγινε ρουτίνα κάθε πρωί. Μαγεριό, σήκωμα λινάτσας, Τάσος επ’ ώμ, σχολείο, καζούρα.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που έβλεπα εφιαλτικά όνειρα. Θυμάμαι, ένα απ’αυτά, την περίοδο που πήγαινα ή στην Τρίτη ή στην Τετάρτη Δημοτικού, πριν μου συμβεί το περιστατικό της καζούρας, που αναφέρω  παρακάτω. Ήταν, λέει, η εποχή των διαγωνισμών. Ο πατέρας, μου είχε αγοράσει ένα καινούριο μολύβι Faber H, από τα σκληρά δηλαδή, και μια ξύστρα από κείνες που κάθε φορά που κοντεύεις να τελειώσεις το ξύσιμο, το μολύβι σπάει και ξεκινάς πάλι από την αρχή. Τελικά το μολύβι είχε φτάσει στη μέση, πριν ακόμα αρχίσω να γράφω. Και το όνειρο συνεχίζεται με την παράδοση από τη δασκάλα των θεμάτων του διαγωνισμού.

«Ζήτημα Πρώτον: Ο πατέρας αγόρασε από τον μπακάλη, 5 οκάδες πατάτες και η μητέρα καθάρισε και μαγείρεψε, για την εργατιά, τις 2 οκάδες και 200 δράμια.  Πόσες πατάτες έμειναν»;

«Ζήτημα Δεύτερον:» Εδώ, το γκάρισμα ενός γαϊδάρου από τα Αλεξοπουλαίϊκα δεν μ’ άφησε να ακούσω τι είπε η δασκάλα. Ήταν εκείνο το πρώτο παρατεταμένο γκα α α α α α α α α α ...και τρία τέσσερα διακεκομμένα γκαρίσματα που μου ...έφαγαν όλη την εκφώνηση. Βλέπεις, καθόμουνα στο τελευταίο πίσω κάθισμα, δίπλα σ’ ένα ανοιχτό παράθυρο. Είχα εκνευριστεί αρκετά, ώσπου φτάνουμε στο,

«Ζήτημα Τρίτον»: Στην προσπάθειά μου να γράψω το τρίτο ζήτημα και μετά να ζητήσω από τη δασκάλα, την επανάληψη της εκφώνησης του δευτέρου, μου σπάει η μύτη του μολυβιού. Τι νά’κανα τώρα, να’ ρχιζα πάλι το ξύσιμο, κι αν έσπαγε η μύτη; Αποφάσισα να μαζέψω τη μύτη από την κόλλα και να την βάλω πίσω, μέσα στο μολύβι για να συνεχίσω το γράψιμο. Αν ήταν δυνατό, να κρατάω το μολύβι με τη μύτη μαζί και να γράφω εκείνα που έλεγε η δασκάλα. Η αγωνία μου ήταν τόση που ευτυχώς, ...ξύπνησα. Τι ευτυχώς δηλαδή, που ξύπνησα με μεγάλη ταραχή.

Και το θαύμα έγινε. Ήταν η χρονιά που είχα προβιβαστεί στην Τετάρτη Δημοτικού. Με είχε σηκώσει η δασκάλα στον πίνακα για να μου κάμει ερωτήσεις. Ντρεπόμουνα, ντρεπόμουνα πολύ, όταν από κάτω κοίταζα τα παιδιά που περίμεναν πώς και πώς τις απαντήσεις μου. Και δεν ήταν μόνον τα αγόρια, ήταν και η Κατίνα Κυριακοπούλου, η Νίτσα και η Ευσταθία Μυλωνά, κι άλλα κανα δυό κορίτσια στα πρώτα θρανία, μαζί με τον Λεωνίδα ή Γόνη που ήταν ο άριστος μαθητής της τάξης. Ο Γόνης λοιπόν, με τα κατσαρά μαλλιά και τα γαλάζια μάτια, ήταν ορφανός από την Τραγάνα και τον είχε πάρει η οικογένεια των Δεληγιανναίων, για να τον μορφώσει. Νομίζω, όλη η τάξη τον ζήλευε. Μπροστά στον πίνακα λοιπόν, δεν θυμάμαι την ερώτηση που μου έκαμε η κυρία Ουρανία, θυμάμαι όμως το πανδαιμόνιο που έγινε με την απάντηση που έδωσα. Να έχεις μια πενηνταριά μάτια να σε κοιτάνε από κάτω και να δακρύζουν από τα γέλια για την ...κοτσάνα που ξεστόμισες. Η καζούρα αυτή δεν είχε προηγούμενο, με συνετάραξε. Φαίνεται πως αυτό το ταρακούνημα ήταν ένα ισχυρό σοκ στο νού και στην ψυχή μου. Σαν να δημιούργησε μέσα μου αντισώματα στην αδράνεια της σκέψης και της φαντασίας μου. Άρχισα πιά να βλέπω και να επικοινωνώ. Μέσα σε λίγες μέρες, είχα ανακαλύψει τους συμμαθητές μου και είχα κάνει τους πρώτους φίλους μου.

Όταν με είδαν νάρχομαι από το σπίτι χωρίς τη συνοδία του …Θανάση με δέχτηκαν στην παρέα σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Η δασκάλα άρχισε να ξεθαρρεύει κι αυτή και να μου κάνει ερωτήσεις, όπως και στ’ άλλα παιδιά. Ο πρώτος μου ξάδερφος ο Νίκος, ήταν ο πιο κολλητός μου μαζί με τον άλλο Νίκο Αδραχτά, τον Κολέγα που έμενε στην Αδραχτόρουγα. Ύστερα ήταν ο Τακαρέλος και άλλα συνομήλικα παιδιά, με τα οποία ανέπτυξα πολύ καλές σχέσεις. Εκείνος που έμενε μακριά μας, ακατάδεχτος ήταν ο Λεωνίδας ή Γόνης. Με την αποφοίτησή μας από το Δημοτικό, τον χάσαμε. Οι πιο πολλοί από μάς  συνεχίσαμε στο ημι-γυμνάσιο, απέναντι στη Χώρα. Μετά από πάρα πολλά χρόνια μάθαμε τις προόδους του Λεωνίδα. Είχε γίνει γιατρός.

Στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου, κατά την περίοδο των εξετάσεων, η κυρία Ουρανία έδινε και ποιήματα να απαγγέλλουν οι πιο καλοί μαθητές. Ο Νίκος δεν θυμάμαι πως τα πήγαινε στα μαθήματα, πάντως πρέπει να ήταν καλύτερος από μένα. Εκεί που ήταν κυριολεκτικά στο στοιχείο του ήταν στις απαγγελίες των ποιημάτων. Του φάνηκε από μικρός ότι θα γινόταν ο δραματικός ηθοποιός του χωριού, στα έργα που θα ανέβαζε ο Φιλοπροοδευτικός Σύλλογος Αμπελοφύτου. Το φόρτε του ήταν τα ποιήματα που θέλανε κάποιο στόμφο ή περιείχαν κάποιο βαθύ νόημα. Θυμάμαι πολύ ζωντανά, ένα από αυτά, του Γεωργίου Δροσίνη, στην ποιητική συλλογή του «Τα φωτερά Σκοτάδια»:

Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα

Σε ξένα αναστυλώματα δεμένο.

Ας είμαι ένα καλάμι ένα χαμόδενδρο,

Μα όσο ανεβαίνω μόνος ν’ ανεβαίνω.

 

Δεν θέλω του γυαλιού το λαμπροφέγγισμα,

Που δείχνεται άστρο με του ήλιου τη χάρη.

Θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου,

Κι ας είμαι κι ένα ταπεινό λυχνάρι.

 «Πώς το θυμήθηκες ρε Νίκο αυτό το ποίημα;» τον ρώτησα, όταν είχα πάει στο χωριό για λίγες μέρες. «Όταν αγναντεύεις το αντιφέγγισμα στο λιμάνι της Πύλου, την ώρα που πέφτει ο ήλιος φάτσα στο νησί της Σφακτηρίας, σού’ρχονται αυτά τα λόγια του ποιητή από το σχολικό βιβλίο»,απάντησε ο Νίκος. Εδώ είχε συμβεί ένα ωραιότατο...λάθος. Τόσον ο Νίκος όσον κι εγώ είχαμε παρανοήσει το λαμπροφέγγισμα του ποιητή. Νομίζαμε πως εννοούσε του γιαλού το λαμπροφέγγισμα και όχι του γυαλιού, που λέει ο ποιητής. Έτσι ιδιοποιηθήκαμε το λαμπροφέγγισμα για την περιοχή μας ανάμεσα στα φρούρια της Πύλου και του Ναβαρίνου. Ωστόσο, παρά εκείνη την παρανόηση η εντύπωση που μας είχε προκαλέσει αυτό το ποίημα ήταν βαθύτατη. Αυτό το διαπιστώνω και τώρα που μετά από περίπου οχτώ δεκαετίες θυμόμαστε τους στίχους σαν να τους  διαβάζουμε στο σχολικό βιβλίο. Και δεν είμαστε μόνον ο Νίκος κι εγώ αλλά κι ο Τάκης ο Παρνασσάς, που δεν έπαψε να είναι ο πλέον στενός μας φίλος. Όταν πριν από καιρό ξεκίνησα να το απαγγέλλω, ο Τάκης το συνέχισε χωρίς κανένα κόμπιασμα. Πραγματικά αυτά τα λίγα και απλά λόγια που συνδυάζουν υπερηφάνεια και ταπεινότητα, βλέπει κανείς πόση επίδραση μπορούν να προκαλέσουν στην παιδική ψυχή.

Ένα πρωϊνό Σαββάτου μπαίνοντας στο σχολείο είδαμε την αίθουσα ν΄αστράφτει από καθαριότητα και πάνω στο γραφείο της δασκάλας υπήρχε μια μεγάλη ανθοδέσμη. «Τι έγινε ρε παιδιά»; αναρωτηθήκαμε. «Μπας κι έχουμε επιθεωρητή», ρώτησε κάποιος. «Μα δεν θα μας το λέγανε»; συμπλήρωσε ένας άλλος. Εκείνη τη στιγμή ορμάει στην αίθουσα η Σταυρούλα, μια μαθήτρια της τρίτης και φωνάζει.«Η δασκάλα παντρεύτηκε». Η πρώτη αντίδραση των μαθητών ήταν. “Με ποιόν” ; «Με τον τηλεγραφητή της Χώρας», ήταν η απάντηση της Σταυρούλας. Χαμός ξέσπασε και στις δύο αίθουσες αφού και οι μεγαλύτεροι μαθητές της μικρής αίθουσας είχαν μάθει το νέο. «Αμ καλά το κατάλαβα εγώ αυτά τα ψους – ψους κάθε μέρα, κάθε ώρα. Να που κατέλειξαν», ψυθύρισε ο Τακαρέλος. (Κι εγώ κατέληξα στη διπίστωση ότι κι εκείνο το …αρχαίο τηλέφωνο ήταν το ίδιο αποτελεσματικό στον έρωτα, όπως και τα σημερινά κινητά.)

Μέσα στο θόρυβο και τη βαβούρα που ακουγόταν σ’ όλο το σχολείο, μπαίνει στην αίθουσα η δασκάλα με ένα δίσκο με μπομπονιέρες. «Να ζήσετε , να ζήσετε», φώναξαν χειροκροτώντας όλα τα παιδιά Η δασκάλα συνεσταλμένη και ντροπαλή για την ηλικία της, αφού γύρισε τις αίθουσες μοιράζοντας στους μαθητές τις μπομπονιέρες, πήγε στην έδρα και όρθια εξήγησε στα παιδιά, με δικά της λόγια, τι είχε συμβεί. Στο τέλος, τα παιδιά ξέσπασαν πάλι σ’ ένα ζωηρότατο και μακρύ χειροκρότημα.

Κι έτσι το σχολείο μας είχε την τύχει να γιορτάσει την ένωση δύο πολύ αγαπητών ανθρώπων, της Ουρανίας Καλκαβούρα από τη Φλόκα και του Βασίλη Μπουρνέλη από τη Χώρα.