Σύνδεση Μέλους

Εγγραφή στο Newsletter

Συμπληρώστε το όνομα και το email σας στην παρακάτω φόρμα, και θα λαμβάνετε αυτόματα τις ειδήσεις που δημοσιεύνται στην σελίδα.







Συνδεδεμένοι Επισκέπτες

Έχουμε 3 επισκέπτες συνδεδεμένους

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση

Shout Box

Τελευταίο Μήνυμα: 1 Μήνας, 3 weeks νωρίτερα
  • bouldoumis : giorgo ekana egrafi kai go..
  • BM : Ωραία η συγκέντρωση, αρκετός κόσμος, αλλά μπορούσαμε να ήμασταν περισσότεροι.
  • gpetro : Πρέπει να είσαι συνδεδεμένος για να γράψεις εδώ.
  • gpetro : test
  • [mistyhornb] : overwhelming model «link»
  • [blissedesr] : amount 1950 greenhouse benefits «link»
  • [leighheron] : forcings near gun «link»
  • [gennyraffe] : possible adjust rays working «link»
  • [gilpinkrou] : agreement kyoto volcanic «link»
  • [maerewinep] : trends announced «link»

Οι επισκέπτες φαίνονται μεταξύ [].

JoomlaWatch Stats 1.2.9 by Matej Koval
Το Χωριό μου - Από το βιβλίο του Τάσου Φουσέκη Οι Οχτώ Κύκλοι
Συντάχθηκε απο τον/την ΓΠ   
Σάββατο, 03 Οκτώβριος 2009 01:01

Το παρακάτω κείμενο είναι από το βιβλίο του Τάσου Φουσέκη με τίτλο Οι Οχτώ Κύκλοι

Κεφάλαιο 3 

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ

 ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ονομαζόταν Αγορέλιτσα. Δεν γνωρίζω την προέλευση, πάντως όταν γεννήθηκα το ...βρήκα με το όνομα «Αμπελόφυτο», από τη γνωστή βλάστηση των αμπελιών και το περίφημο κρασί τους. Και το κρασί αυτό, το τιμούσαν και οι ίδιοι οι παραγωγοί και στις συνάξεις τους καυχιόνταν άλλος για τη ρετσίνα του, άλλος για το μπρούσκο του κι άλλος για το κοκκινέλι. Αλλά τό’πιναν με μέτρο, όχι σαν τον Πρασσά και τον

Αναγνώστη, που την ...οινοφιλία τους την έδειχναν τρικλίζοντας.

Το Αμπελόφυτο βρίσκεται στα νότια της Κυπαρισσίας, που είναι και η πρωτεύουσα της Επαρχίας Τριφυλίας. Είναι ένα χωριό «προσηλιακό», χτισμένο στην πλαγιά μιας ράχης που βλέπει προς την Ανατολή. Πίσω προς τη Δύση κρύβονται, από τη ράχη του Καρασουμάνη, το χωριό Λεύκη και οι Γαργαλιάνοι. Προς το Βορρά είναι τα χωριά Πύργος (Πυργάκι) και  Μουζάκι, το τελευταίο ριζωμένο στους πρόποδες της Αγιάς. Η Αγιά είναι το βουνό που ξεκινάει περίπου από τα χωριά μας και φτάνει προς τα βόρεια βουνά της Κυπαρισσίας.

Μπροστά από το χωριό μου, και σε «οδική» απόσταση περίπου τριών χιλιομέτρων, βρίσκεται η Χώρα, που παλαιά ονομαζόταν «Λιγούδιστα». Η Χώρα είναι η πιο κοντινή, στο Αμπελόφυτο κωμόπολη, όπου οι χωριανοί πηγαίνουν για τα ψώνια τους, γιατί το χωριό μας διαθέτει μόνο μπακάλικα και καφενεία. Βέβαια, παλιά διέθετε και δυό κουρεία, το ένα του Κονδυλόπουλου, με τον Γιώργο και το Γιάννη και το άλλο του Κυριακόπουλου, με το Θόδωρο και το Νιόνιο, που ήταν και πρώτα μου ξαδέρφια. Βλέπεις χρειαζόντουσαν και τα κουρεία, γιατί οι συγχωριανοί θυμόντουσαν το ξύρισμα ή και το κούρεμα, μόνον όταν έπρεπε να πάνε στην πόλη για να ψωνίσουν. Το κουρείο αυτό των ξαδελφών μου το συνέχισε ο Νίκος ο αδερφός τους, συνομήλικος, που αναφέρω και στον πρόλογο. Είναι ο κολλητός μου από τα γεννοφάσκια μας.

Πίσω από τη Χώρα, σε μια σειρά από χαμηλούς λόφους και βουνά, βρίσκονται η Μεταξάδα (Σκάρμιγκα), του Τουλούπα το Χάνι και το Μανιάκι, το γνωστό χωριό από τη μάχη του Παπαφλέσα με τους Τούρκους. Ακόμα μακρύτερα, προς την Ανατολή, βρίσκονται οι κωμοπόλεις Βλαχόπουλο, Χατζή, η Μεσσήνη (Νησί), και τελευταία η Καλαμάτα η πρωτεύουσα του Νομού, στην κορυφή του Μεσσηνιακού Κόλπου. Νομίζω πως αν η γη δεν ήταν στρογγυλή, η ματιά θα σκόνταφτε στις κορφές του Ταϋγέτου.

Είναι εντυπωσιακό να βλέπεις την οροσειρά της Αγιάς, που έρχεται από τα βόρεια, να χαμηλώνει μπροστά από τα χτήματά μας, και στη συνέχεια το όρος Λυκόδημος να ...παίρνει τη σκυτάλη της πορείας προς το Νότο, τη Μεθώνη και την Κορώνη. Αυτό το χαμήλωμα των βουνών μοιάζει σαν νά ήθελε ο Ύψιστος να βλέπουν τα χώματά μας νωρίτερα τον ήλιο, που θα θρέψει καλύτερα τους καρπούς της γης μας και θα τέρψει την όρασή μας με την ανατολή του. Δεν μπορεί παρά η εξαιρετική ποιότητα του κρασιού και του λαδιού, να οφείλεται σ’ αυτόν τον ζωογόνο ήλιο και την εύφορη γη της περιοχής. Όμως, εμείς τα παιδιά τότε, θυμόμαστε τη νοστιμιά των σύκων της Χαλικούρας. «Σμυρναίικα» τα λέγαμε. Πριν ακόμα τα γευτείς, ήταν χάρμα να τα βλέπεις. «Ζωγραφιστά», τα ονομάζαμε με εκείνες τις άσπρες γραμμούλες πάνω στην κιτρινοπράσινη φλούδα. Και η νοστιμιά τους ξεχείλιζε με εκείνο το δάκρυ από μέλι, που έκανε την εμφάνισή του στον πάτο του παραγινομένου σύκου. Πως λοιπόν, αυτές οι ξερικές συκιές που φαίνεται να μη φυτεύτηκαν από ανθρώπινο χέρι, γραμμικά και στοιχισμένες, αλλά με βάση την άναρχη αρμονία της φύσης, και που δεν ποτίστηκαν παρ’ εκτός από το θεϊκό ποτιστήρι τ’ ουρανού, να καταφέρνουν να γεννούν τόσο όμορφα φρούτα και να κρύβουν τόση γλύκα;

Πρός το Νότο το θέαμα είναι μοναδικό. Η θάλασσα του Νότιου Ιονίου Πελάγους. Τελικά, το θέαμα της Πύλου με το κάστρο της, το νησί της Σφακτηρίας και το μεγάλο και ιστορικό λιμάνι, όπου έγινε η ναυμαχία του Ναυαρίνου, είναι εκείνο που έχει μείνει χαραγμένο βαθιά στη μνήμη μου. Πόσες φορές δεν ζωγράφισα εκείνη την εικόνα, ειδικά όταν φοιτούσα δι’ αλληλογραφίας στη Σχολή Ζωγραφικής ABC. Εκεί λοιπόν, πρός το Νότο, κατευθύνονται όλες οι ράχες και τα ρυάκια και τα ξεροπόταμα της περιοχής. Είναι οι ράχες της Καλντάμως, της Χαλικούρας, της Λαφινόραχης και του Εγκλιανού, γνωστού από τ΄ανάκτορα του Νέστορα. Σήμερα, δεν υπάρχει πια Κοινότητα Αμπελοφύτου. Χάρις στο Νόμο του «Καποδίστρια», όλα τα γύρω χωριά ενώθηκαν στο «Δήμο Νέστωρος» με έδρα τη Χώρα.

Ο δημόσιος δρόμος που περνά απ’ το χωριό είναι αρκετά στενός, και  χωράει να συναντηθούν μετά βίας δύο αυτοκίνητα. Η διαδρομή από την Αγία Τριάδα ως τα Δεληγιανναίϊκα είναι φτιαγμένη με μερικά ζικ-ζακ έτσι που φαίνεται ότι πρώτα χτίστηκαν τα σπίτια και μετά προσαρμόστηκε ο δρόμος. Σ’ αυτή τη διαδρομή συναντάμε όλα τα καφενεία, τα μπακάλικα και τα κουρεία. Μετά το τελευταίο καφενείο υπάρχει η στροφή του Δεληγιάννη, που οι σημερινές νταλίκες, τα long vehicles, είναι αδύνατο να τη διαβούν αν δεν κάνουν μια ντουζίνα μανούβρες. Η στροφή αυτή είναι λίγο λιγότερο από 180 μοίρες. Έτσι, ο δρόμος είναι αρκετά μακρύς αφού σεργιανίζει το χωριό δυό φορές, από τη μια άκρη στην άλλη. Τα περισσότερα σπίτια έχουν την πόρτα τους στη δημοσιά, «φάτσα στο δρόμο» που λέγανε οι κάτοικοι για να παινέψουν το σπίτι τους.  

Οι σχεδιαστές του δρόμου, αν υπήρχαν τότε στα μέρη μας, ασφαλώς θα ήθελαν να εξασφαλίσουν μια ομαλή κάθοδο και άνοδο των οχημάτων στην πλαγιά του χωριού, χωρίς απότομες ανηφόρες και κατηφόρες. Και τούτο, σε κάποιο βαθμό, το πέτυχαν για τα αυτοκίνητα, αλλά για τα κάρα, που τά’σερνε ένα και μοναδικό άλογο; Εκεί στη ανηφορική στροφή της Αγίας Τριάδας, πόσες φορές ο αγωγιάτης, όταν είχε παραφορτώσει το κάρο του, δεν έβαζε κι ο ίδιος πλάτη, πίσω από το κάρο, για να βοηθήσει τον Ψαρή ή τον Καρά ή τον Ντορή, να βγάλει την ανηφόρα.

Κάτω από την κεντρική δημοσιά υπήρχε η Αδραχτόρουγα. Σχεδόν όλες οι οικογένειες εκείνης της γειτονιάς έφεραν το ίδιο επώνυμο: «Αδραχτάς». Ανάμεσα στα σπίτια υπήρχε ένα μεγάλο άνοιγμα, μια αλάνα όπου παίζαμε τα παιδιά. Στο πάνω μέρος της αλάνας υπήρχε ένα μεγάλος πλάτανος και κάτω απ’ αυτόν ένα πηγάδι που τροφοδοτούσε τη «Βρυσούλα» του χωριού από μια υπόγεια σωλήνα. «Η Βρυσούλα» είχε κατασκευαστεί σε χαμηλό επίπεδο, όπου οι γυναίκες του χωριού κατέβαιναν τα σκαλοπάτια και γέμιζαν τους σίχλους και τις βύκες με νερό. Εκεί, είχαν την ευκαιρία να σχολιάσουν και να αλληλοενημερωθούν για τις ...διαδόσεις (τα ΜΜΕ της εποχής), που κυκλοφορούσαν στο χωριό. 

Το χωριό έχει τρεις εκκλησιές και δύο ξωκλήσια. Η Αγία Τριάδα (ο καθεδρικός Ναός), ο Αη-Νικόλας και η Παναγία που έχει και το Νεκροταφείο. Τα ξωκλήσια είναι του Αγίου Κωνσταντίνου και του Αη-Γιώργη. Καθώς γιορτάζουν και τα δύο την άνοιξη, οι χωριανοί έβρισκαν την ευκαιρία, μετά την απόλυση της εκκλησιάς, να δείξουν την αξιοσύνη τους καλπάζοντας προς το χωριό με τ’ άλογά τους. Κι αφού γέμιζαν σκόνη, «μπουχό», το εκκλησίασμα, που επέστρεφε στο χωριό με τα πόδια, γύριζαν στα καφενεία για το ουζάκι τους.

Το σπίτι μας δεν ήταν «φάτσα στο δρόμο», ήταν από τη μέσα μεριά της πρώτης σειράς των σπιτιών. Είχε όμως εύκολη πρόσβαση στη δημοσιά καθώς και στους αγροτικούς δρόμους όπου οδηγούσαν στα χτήματά μας. Ήταν χτισμένο όλο με πέτρα. Όταν βγαίναμε από το σπίτι κάθε πρωί, ο Μεδώρ, το έξυπνο και πιστό σκυλί που είχαμε στο χωριό, μας συνόδευε στο χτήμα όπου περνούσε όλη τη μέρα, γαβγίζοντας και κυνηγώντας τα άπιαστα πουλιά. Καμιά φορά έτρεχε ξοπίσω από κανα λαγό και ο ενθουσιασμός του ήταν μεγάλος. Έξω από το σπίτι υπήρχαν τρεις δρόμοι για να πάρεις. Ο ένας πήγαινε προς τα καφενεία του χωριού και οι άλλοι δύο προς τα χτήματά μας τη Λαφινόραχη και τη Χαλικούρα. Περίμενε ο Μεδώρ να ειδεί προς τα πού θα πάμε για να μας συνοδεύσει. Ο Μεδώρ βέβαια, δεν πήγαινε ποτέ …στο καφενείο σαν μερικούς κοπρίτες που λιάζονταν στο τσιμέντο, μπροστά στου Στάθη τον καφενέ. Ήταν …αξιοπρεπής σαν σκύλος. Έμεναν συνεπώς δύο οι κατευθύνσεις για να πάρεις, η μια αριστερά, προς τη Λαφινόραχη και η άλλη δεξιά, προς τη Χαλικούρα. Έστεκε ο Μεδώρ ανάμεσα στους δύο δρόμους και περίμενε.

Ο Κώστας ο αδελφός μου, με το που έβγαινε από το σπίτι, του φώναζε. «Ψίτ» και έστριβε το κεφάλι του προς τα αριστερά. Ο Μεδώρ βλέποντας την κίνηση, έπαιρνε το δρόμο προς τη Λαφινόραχη. «Ψίτ» και έστριβε το κεφάλι προς τα δεξιά, και ο Μεδώρ, έπαιρνε το δρόμο για τη Χαλικούρα.. Με αυτά ο Κώστας ήθελε να μου εκθειάσει τη νοημοσύνη του Μεδώρ  και απόρησε όταν παραπονέθηκε ότι ο Μεδώρ δεν με αναγνώρισε και με δάγκωσε στο πόδι, όταν γύρισα με άδεια από στρατιώτης. Βέβαια, είχαν περάσει πάνω από δύο χρόνια απουσίας μου από το χωριό και ο Κώστας απέδωσε το γεγονός σε εξασθένιση της μνήμης του Μεδώρ.

Η Λαφινόραχη είναι μια ράχη πάνω από τον κάμπο της Λαφίνας. Ακριβώς απέναντι βρίσκεται και η ράχη της Χαλικούρας. Καμιά φορά, όταν οι εργάτες τέλειωναν νωρίς τη δουλειά στο ένα χτήμα, κατέβαιναν το ρέμα, που έρχεται από τα Μουρίκια και ανέβαιναν στο άλλο χτήμα για να συνεχίσουν το μεροκάματο. Το κατέβασμα και ανέβασμα θα ήταν μισή ώρα δρόμος. Ο Κώστας διηγιόταν ότι κάποια φορά που ο Μεδώρ είχε ξεμείνει στη Λαφινόραχη, του φώναξε από απέναντι τη Χαλικούρα. «Μεδώρ» Μεδώρ»! Ο σκύλος στάθηκε, (ο Κώστας μας διηγιόταν ότι τον έβλεπε σαν τελεία). Στο επόμενο κάλεσμα ο Μεδώρ παίρνει την κατηφόρα  προς το ρέμα σαν αστραπή και σε πέντε λεπτά ήταν μπροστά στον Κώστα πηδώντας από χαρά. Αλλά ας επιστρέψουμε στο σπίτι.

Μπροστά προς την είσοδο, υπήρχε μια μεγάλη κληματαριά που μας χάριζε τη σκιά της το καλοκαίρι, και το νοστιμότατο σταφύλι, το «αητονύχι», τον Σεπτέμβρη-Οκτώβρη. Ακόμη και τα Χριστούγεννα βρισκόντουσαν τσαμπιά για να γευτούμε.

Κάτω από την κληματαριά βρίσκονταν οι δύο είσοδοι του σπιτιού, μία που οδηγούσε στον όροφο και η άλλη στο κατώι, όπου υπήρχε η αποθήκη για τις σοδειές, το κρασί, το λάδι, τη σταφίδα. Θυμάμαι υπήρχαν τοποθετημένα, σε σχήμα γάμα, καμιά δεκαριά βαρέλια κρασιού των χιλίων λίτρων και απέναντι καναδυό μεγάλα κιούπια για το λάδι. Επίσης ένας μεγάλος χώρος ήταν για τη μαύρη «κορινθιακή» σταφίδα και για τη λιγοστή σουλτανίνα. Όταν παραδίδαμε τη μαύρη σταφίδα στον ΑΣΟ, τοποθετούσαμε σε κείνο το μέρος τη «μάκινα», ένα χειροκίνητο μηχάνημα που καθάριζε τη σταφίδα από τα «κόρτσαλα».

Στον όροφο ανεβαίναμε με μια ξύλινη σκάλα η οποία έτριζε στο περπάτημα, χειμώνα-καλοκαίρι. Στα μισά της σκάλας ήταν το πλατύσκαλο που μας γύριζε 90 μοίρες για ν’ ανέβουμε στο σπίτι. Από το πλατύσκαλο, μπορούσαμε να κατέβουμε και στο «κατωγάκι» μέσα από ένα μικρό άνοιγμα στον  τοίχο. Το «κατωγάκι» ήταν συνέχεια του κατωγιού. Εκεί αποθηκεύαμε τις ελιές της χρονιάς (συνήθως καρυδολιές) και τα διάφορα αγροτικά εργαλεία. Εκεί ο πατέρας είχε βάλει και τη χειροκίνητη πρέσα που χρησιμοποιούσε για να βγάζει  αντίγραφα της εμπορικής του αλληλογραφίας. Το κατωγάκι ήταν και το ...οπλοστάσιο της οικογένειας. Υπήρχαν ένας «γκρας» και μια «τσάγκρα», όπλα παλιά και σκουριασμένα, χωρίς πυρομαχικά. Αυτά παραδόθηκαν στην Αστυνομία την περίοδο της κατοχής. Ανεβαίνοντας, μετά το πλατύσκαλο, μπαίναμε στο διάδρομο. Αριστερά υπήρχαν η κουζίνα, μια καμαρούλα και στο βάθος το δωμάτιο των γονιών μας, με το εικονοστάσι. Μετά την καμαρούλα, πριν μπείς στο δωμάτιο το γονιών, υπήρχε ο νιπτήρας με τη λεκάνη και το δοχείο του νερού κολλημένο στον τοίχο. Δίπλα υπήρχε και η κρεμάστρα της πετσέτας με την επιγραφή «Καλημέρα».

Από τα δεξιά ήταν η τραπεζαρία με τη μεγάλη τζαμαρία και το σαλόνι (σάλα), που έβλεπαν στην ανατολή. Δίπλα από την μπαλκονόπορτα που έβγαινε σ’ ένα μπαλκονάκι, υπήρχε ένα παραθυράκι που κι αυτό κοίταζε προς τη Χώρα. Εκείνο το σημείο του σπιτιού ήταν που αξιοποίησα περισσότερο. Θυμάμαι ότι είχα βάλει ένα μικρό τραπέζι και μια καρέκλα και διάβαζα ή ζωγράφιζα ή χάζευα απέναντι τη Χώρα, και συγκεκριμένα, τον Αη-Δημήτρη στα σκαλοπάτια του οποίου ξεκουραζόμαστε, όταν μαζί με τ’ άλλα παιδιά, πηγαίναμε στο ημι-γυμνάσιο της Χώρας. Εκεί ένοιωσα να μεγαλώνει η δίψα μου να εκφραστώ είτε με στίχους και γραφτά, είτε με δραστηριότητες που ανέπτυξα αργότερα στο χωριό.

Η πόρτα της εισόδου, η αυλόπορτα του σπιτιού, είχε φάρδος τουλάχιστον δύο μέτρα, για να μπορεί να την διαβεί ο Ντορής φορτωμένος με χαράρια γεμάτα άχυρο. Στα δεξιά μας και πριν φτάσουμε την κληματαριά, υπήρχε ο φούρνος. Δεν ήταν ο φούρνος που είχε κάθε σπίτι. Ήταν ο σιμιτζίδικος φούρνος που είχε κατασκευάσει ο πατέρας και τον λειτουργούσε για πολλά χρόνια. Θυμάμαι ότι ο φούρνος λειτουργούσε μέρα-πάραμέρα, λόγω της μειωμένης κατανάλωσης. Βλέπεις, πολλοί συγχωριανοί συνέχιζαν να λειτουργούν το δικό τους οικογενειακό φούρνο, ζυμώνοντας το ψωμί της οικογένειας μια φορά την εβδομάδα. Πίσω ακριβώς, απομονωμένο τελείως από το φούρνο με τοίχο «καλαμωτής», υπήρχε το αχούρι. Εκεί ...διέμεναν τα ζώα της οικογένειας, ο Ντορής, η γίδα και η προβατίνα. Το παχνί ήταν γεμάτο άχυρο για τον Ντορή, που κουβαλούσαμε από τη Λαφινόραχη με τα χαράρια μετά το αλώνισμα του σιταριού.

Υπήρχε και το αποχωρητήριο, δίπλα από το σπίτι, σε στύλ τούρκικο. Ήταν ένα στενό κατασκεύασμα που σε χώραγε ίσα-ίσα ...να κάμεις τη δουλειά σου. Ήταν μεγάλη πρόοδος για το χωριό όταν είχες αυτή την άνεση στο σπίτι σου και δεν χρησιμοποιούσες το αχούρι ή τα γειτονικά χωράφια έξω από το χωριό. Σ’αυτό το χωριό ξαναγύριζε ο νους μου και κατέγραφα τη νοσταλγία μου, όταν κι εγώ ξενητεύτηκα μετά από χρόνια.

 

        ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ

          Οταν ο δρόμος σου σε πάει μακριά,

σε άλλα μέρη σ’ άλλους τόπους σ’ άλλες χώρες,

ο νους σου πάντα στο χωριό σου τριγυρνά,

για να ξεχνά της ξενητιάς τις άγριες μπόρες.

 

Κι η θύμησή σου στο χωριό σου περπατά,

στα στενοσόκακα το βράδυ με καντάδα,

με την παρέα σου διαβαίνοντας αργά,

την Κατουβρύση και την Άγια Τριάδα.

 

Πώς να ξεχάσεις τις πλαγιές του και τις ράχες,

γιομάτες φρούτα και αμπέλι και ελιά,

και άλλες νά’φχεσαι ζωές ακόμα νά’χες,

να τα χαρείς να τα γευτείς όπως παλιά.

 

Πρέπει να φύγεις μακριά απ’ το χωριό σου,

σε Αυστραλία Γερμανία Αφρική,

για να θυμάσαι μ’ οδηγό σου τον καημό σου,

τ’ Αμπελοφύτου τις χαρές, την προκοπή.

 

Και όταν κάποτε γυρίσεις στην Πατρίδα,

τρέχεις κοντά του σαν πιστός προσκυνητής,

ν’ ανανεώσεις το κουράγιο την ελπίδα,

να συνεχίσεις στη ζωή να πορευτείς.

 

Τρίπολη Λιβύης

1962